νοησιαρχία

νοησιαρχία
νοησιαρχία, η και νοησιοκρατία, η
θεωρία που δέχεται τη νόηση ως την ανώτερη ψυχική λειτουργία, φιλοσοφική άποψη πως η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή μόνο με τη νόηση.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • νοησιαρχία — (intellectualismus). Με τον όρο αυτόν υποδηλώνονται όλες οι φιλοσοφικές αντιλήψεις που θέτουν τη νόηση ως αυτοτελές κριτήριο, κύριο ή και μοναδικό, της αλήθειας. Είτε πρόκειται για την αυτοδυναμία της νόησης, που συλλαμβάνει την αλήθεια των… …   Dictionary of Greek

  • νοησιαρχικός — ή, ό [νοησιαρχία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νοησιαρχία, αλλ. νοησιοκρατικός …   Dictionary of Greek

  • διανοησιαρχία — η βλ. νοησιαρχία …   Dictionary of Greek

  • διανοητικισμός — ο βλ. νοησιαρχία …   Dictionary of Greek

  • νοησιοκρατία — η η νοησιαρχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < νόηση + κρατία (< κρατώ)] …   Dictionary of Greek

  • Βίκο, Τζαμπατίστα (Τζοβάνι Μπατίστα) — (Giambattista ή Giovanni Battista Vico, Νάπολη 1668 – 1744). Ιταλός φιλόσοφος, νομικός και ιστορικός, από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ιστορικής σκέψης. Ο Β. αντιπροσωπεύει την αντίδραση του ιταλικού ουμανιστικού πνεύματος στη νοησιοκρατία του… …   Dictionary of Greek

  • Κίλπε, Όσβαλντ — (Oswald Külpe, 1862 – 1915). Γερμανός ψυχολόγος και φιλόσοφος. Ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος της σχολής του κριτικού ρεαλισμού ή νεορεαλισμού. Διετέλεσε βοηθός στο ψυχολογικό εργαστήριο του Βουντ (1887 94) και αργότερα διορίστηκε καθηγητής της… …   Dictionary of Greek

  • Κλάγκες, Λούντβιχ — (Ludwig Klages, Ανόβερο 1872 – Κίλχμπεργκ, Ζυρίχη 1956). Γερμανός φιλόσοφος και ψυχολόγος. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της χαρακτηρολογίας, επιστήμης που σημείωσε μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων …   Dictionary of Greek

  • Λαμπερτονιέρ, Λισιέν — (Lucien Laberthonnière, Σαζελέ, Εντρ 1860 – Παρίσι 1932). Γάλλος φιλόσοφος. Ανήκε στην αδελφότητα των ορατοριανών που ακολουθούσαν την παράδοση του αγίου Αυγουστίνου και ήταν φίλος του Μπουτρού και του Μπλοντέλ. Πρέσβευε μια μορφή… …   Dictionary of Greek

  • νοησιαρχικός — νοησιαρχικός, ή, ό και νοησιοκρατικός, ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νοησιαρχία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”